Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
πισσιάνος (ο)
[Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: πισσά̤νος
Προφορά: πισσεάνος
μελαχροινός
αυγό με πίσσα για να γίνει δυνατό στο τσούγκρισμα (ποντιακό έθιμο του Πάσχα)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από το ουσιαστικό πίσσα
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
πισσάνος (ο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια