Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκανιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σκανά̤ζω Προφορά: σκανεάζω
  1. αγανακτώ κατέχομαι από οργή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα ρήματα σκάνω - σκάζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια