Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουκαρώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κουκαρώνω Προφορά: κουκαρώνω
  1. κυρτώνομαι γίνομαι σαν κουκάρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τα γόνατα τ’ ετρόμαξαν και τα δάχτυλα τ’ εκουκάρωσαν.

  2. κυρτώνομαι λυγίζω κάτι στην άκρη του Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια