Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πιπιλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πιπιλίζω Προφορά: πιπιλίζω
  1. βυζαίνω, θηλάζω, απορροφώ 1) τρώω λαίμαργα 2) κοιτάζω κάποιον περίεργα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατινική, από τη λατινική λέξη papilla - ae = θηλή μαστού

Παρατηρήσεις - Σχόλια