Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πιπέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πιπέρ' Προφορά: πιπέρ
  1. πιπέρι ο καρπός της πιπεριάς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    πιπέρ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια