Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πινιτζής (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πινιτζ̌ής Προφορά: πινιτζής
  1. ιππέας, καβαλάρης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη binici

Παρατηρήσεις - Σχόλια