Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πινακέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πινακέα Προφορά: πινακέα
  1. ποσότητα όσην χωράει το πινάκ', ξύλινο πιάτο φαγητού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια