Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πιμπιλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πιμπιλίζω Προφορά: πιμπιλίζω
  1. καλλωπίζω 1) ράβω με λεπτή βελόνα 2) καρικώνω στην άκρη κομμένου υφάσματος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια