Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πικραίνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πικραίνω Προφορά: πικραίνω
  1. 1) γίνομαι πικρός 2) προξενώ λύπη, θλίψη σε κάποιον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική Φωνή:
    πικριάσκουμαι = πικραίνομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια