Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ρινίουμαι [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ρινίουμαι Προφορά: ρινίουμαι
  1. λιμάρω, ισχαίνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Να ρινίεσαι και ση βελονί’ τον κώλον να εχωρείς. (ισχναίνω)

  2. αδυνατίζω, φθείρομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα ρήματα ρύομαι ή ρέω

Παρατηρήσεις - Σχόλια