Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πίζηλος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: πίζηλος Προφορά: πίζηλος
  1. ζηλότυπος 1) αυτός που υπόκειται σε φθόνο, σε βασκανία 2) αυτός που υπόκειται σε κίνδυνο 3) αυτός που προξενεί βλάβη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη επίζηλος = αξιοζήλευτος

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από την αρχαία λέξη επίζηλος = αξιοζήλευτος

Παρατηρήσεις - Σχόλια