ζηλότυπος1) αυτός που υπόκειται σε φθόνο, σε βασκανία
2) αυτός που υπόκειται σε κίνδυνο
3) αυτός που προξενεί βλάβηΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από την αρχαία ελληνική λέξη επίζηλος = αξιοζήλευτος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
από την αρχαία λέξη επίζηλος = αξιοζήλευτος