Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πιζελέψιμος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: πιζελέψιμος Προφορά: πιζελέψιμος
  1. επίζηλος, ζηλευτός, επίφθονος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια