Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

περσσόκρεας (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: περσσόκρεας Προφορά: περσσόκρεας
  1. το άχρηστο κρέας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά περισσός + κρέας

Παρατηρήσεις - Σχόλια