Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ορμάν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ορμάν' Προφορά: ορμάν
  1. δάσος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Τον άρκον είπαν χόρεψον κι εχάλασεν τ’ ορμάν’.
    2) Σ’ ορμάν’ θα ενταμώνωμε φιλίουμες αλλομίαν.
    3) Ασ’ ορμάν’ εκατήβεν. (είναι αγροίκος)
    4) Τα λάχανα εγένταν ορμάν’. (έγιναν μεγάλα και πυκνά, έγιναν δάσος)

    Προέλευση:
    τουρκική

  2. δάσος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη orman

    ορμάν(ι)

  3. δάσος, ρουμάνι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Λέξη Τούρκικη

Παρατηρήσεις - Σχόλια