Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λαντούρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λαντούρα Προφορά: λαντούρα
  1. ισζυρή λάμψη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια