Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μελεχέμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μελεχέμ' Προφορά: μελεχέμ
  1. ιαματική αλοιφή πληγών που παρασκευάζεται από πίσσα, κερί, λιβάνι, λάδι και άσπρο σαπούνι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη mezhem

Παρατηρήσεις - Σχόλια