Επιπλέον Ερμηνείες:
1) κλαίει πολύ
2) θολό, πλημμυρισμένο
Προέλευση:
από την αρχαία ελληνική λέξη αἱματῶ
Παραδείγματα:
1) Σον ποταμόν να σύρ’ ατο (την αρωθυμίαν) τα ποτάμια ματώνει. (ματώνω)
2) Κλαίει και ματούται. (κλαίει πολύ)
3) Είδα έναν ποτάμ’ θολόν και ματωμένον. (θολό, πλημμυρισμένο)
Παθητική φωνή :
ματούμαι
Ερμηνεία Παθητικής φωνής :
1) αιματώνομαι
2) βγάζω αίμα