Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μεθή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μεθή Προφορά: μεθή
  1. η ιδιάζουσα πνευματική κατάσταση λόγω πόσης οινοπνευματώδους ποτού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια