Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μαυρύνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μαυρύνω Προφορά: μαυρύνω
  1. μαυρίζω γίνομαι μαύρος στο χρώμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια