μαυροχαίρεμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μαυροχͮαίρεμαν
Προφορά: μαυροσαίρεμαν
-
χαρά μικρής διάρκειας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
μικρή και σύντομη χαρά
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης