Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μασωτέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μασωτέρ' Προφορά: μασωτέρ
  1. τραπεζίτης δόντι μασητήρας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    μασωτέρ(ι)

  2. το δόντι τραπεζίτης Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια