Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λάμπουκα (η, τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λάμπουκα Προφορά: λάμπουκα
  1. είδος παιχνιδιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    ιταλικό l' abbaco = το αβάκειο, μαθητική πλάκα για γραφή

Παρατηρήσεις - Σχόλια