Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
λάμπουκα (η, τα)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: λάμπουκα
Προφορά: λάμπουκα
είδος παιχνιδιού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
ιταλικό l' abbaco = το αβάκειο, μαθητική πλάκα για γραφή
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
λάμπουτσα (η)
Παρατηρήσεις - Σχόλια