Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λάμπα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λάμπα Προφορά: λάμπα
  1. γκαζόλαμπα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    ιταλικό lampa

Παρατηρήσεις - Σχόλια