Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

μαυροποταμία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαυροποταμία Προφορά: μαυροποταμία
  1. (με πνεύμα κατάρας), η παραποτάμια περιοχή που είθε να είναι μαύρη Πηγή:

Παρατηρήσεις - Σχόλια