μαυροκούκουδον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. μαυροκούκουδον , 2. μαυροκούκκουδον
Προφορά: μαυροκούκουδον
-
μαύρο σπέρμα ζιζανίου των σιτηρών
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
σπόρος ζιζανίου σιτηρών που μαυρίζει τους κόκκους σιτηρών
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης