Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πεσλή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πεσλή Προφορά: πεσλή
  1. ξύλινο επίμηκες και στενό κλουβί όπου μέσα βάζουν τον χοίρο μετά τον Οκτώβρη ώστε σχεδόν ακινητοποιημένος να πιάσει αρκετό κρέας και να ετοιμαστεί για τα Χριστούγεννα οπότε σφάζεται Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια