Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

παραδόπιστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: παραδόπιστος Προφορά: παραδόπιστος
  1. 1) ο υπερβολικά φιλοχρήματος 2) αυτός που λατρεύει το χρήμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια