Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παραδελφός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παραδελφός Προφορά: παραδελφός
  1. 1) ετεροθαλής αδερφός 2) αυτός που έχει αδελφικές σχέσεις με κάποιον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια