Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

παραβαριάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: παραβαρά̤ζω Προφορά: παραβαρεάζω
  1. ενοχλώ 1) γίνομαι σε κάποιον πολύ ενοχλητικός 2) κατηγορώ κάποιον προσωπικά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Μέση φωνή:
    παραβαριάσκουμαι = αποστρέφομαι κάποιον/βαριέμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια