Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παπά (το) (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παπά Προφορά: παπά
  1. φόρεμα, παπούτσια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Σχόλια:
    1) φόρεμα (στην παιδική γλώσσα)
    2) τα παπά= παπούτσια

Παρατηρήσεις - Σχόλια