Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πεντζερέ (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πεντζ̌ερέ Προφορά: πεντζερέ
  1. παράθυρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    περσική, από την περσική λέξη pendjere

Παρατηρήσεις - Σχόλια