Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πεντάδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πεντάδ' Προφορά: πεντάδ
  1. 1) μικρή στιβάδα 2) σωρός από κάτι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το πεντάς-άδος

  2. σωρός από ξύλα ή χόρτα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια