Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
πεκούλ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πεκούλ'
Προφορά: πεκούλ
η αδιαίρετη περιουσία που ανήκει σε έναν μόνο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
λατινική, από τη λατινική λέξη peculiumii= περιουσία
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια