Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πατουλιάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πατουλά̤ζω Προφορά: πατουλιάζω
  1. κάνω τούφες σε λαναρισμένα μαλλιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    πατουλιάουμαι= καλύπτομαι από νιφάδες χιονιού

Παρατηρήσεις - Σχόλια