Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πατιρντί (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πατιρντί Προφορά: πατιρντί
  1. κρότος, σύγχυση, αναστάτωση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη patirdi

Παρατηρήσεις - Σχόλια