Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ματαρά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ματαρά Προφορά: ματαρά
  1. 1) φτηνά κοσμήματα 2) δευτερεύοντα στολίδια που κρεμούσαν οι άντρες στη ζώνη τους 3) τα όργανα αναπαραγωγής του σκύλου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Και φέρε με τα παράδες, ν’ αγοράζω ματαράδες.
    2) Τ’ εσόν η κατάρα και τη σκυλί’ η ματαρά.

  2. κουβαρίστρα καρούλι ραφής Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. μπακιρένιο παγούρι νερού Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια