Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

παστουρμά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παστουρμά Προφορά: παστουρμά
  1. παστουρμάς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη pasturma

Παρατηρήσεις - Σχόλια