Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πασσαλώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πασσαλώνω Προφορά: πασσαλώνω
  1. 1) στερεώνω καλά 2) στηρίζω κάτι καρφώνοντας κοντά πάσσαλο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια