Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πανωφόρι (το) []

Γραφή στην Ποντιακή: πανωφόρι Προφορά: πανωφόρι
  1. παλτό ρούχο που φοριέται πάνω από άλλο ρούχο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια