Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
παλεκόρτζ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: παλεκόρτζ̌'
Προφορά: παλεκόρτζ
1) κορίτσι προχωρημένης ηλικίας 2) κορίτσι κακής διαγωγής ή απρόκοφτο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια