κωλοβερτίτσα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κωλοβερτίτσα
Προφορά: κωλοβερτίτσα
-
ανακατωσούρα
1) φυτό που φυτρώνει εκεί που δεν το σπέρνουν 2) γυναίκα που ανακατεύεται σε ξένες υποθέσεις
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης