Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
παιγνιδιάζω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: παιγνιδά̤ζω
Προφορά: παιγνιδεάζω
1) απασχολώ κάποιον με παιχνίδια 2) κάνω μορφασμούς 3) κατέχομαι από σπασμούς σε ώρα πυρετού ή νευρικής κρίσης 4) γίνομαι κακοδιάθετος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
παιγνιδίζω
Παρατηρήσεις - Σχόλια