Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
όψιμος (ο)
[Επίθετο]
Προφορά: όψιμος
αυτός που ωριμάζει αργά ( για καρπούς)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από το αρχαιοελληνικό όψιμος = ύστερος
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια