Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

οφρυδόπον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: οφρυδόπον Προφορά: οφρυδόπον
  1. υποκοριστικό του οφρύδ' Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια