Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ουρανίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ουρανίν Προφορά: ουρανίν
  1. γαλανό αυτό που έχει το χρώμα του ουρανού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια