Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ουραδοκομμένος (ο) [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: ουραδοκομμένος Προφορά: ουραδοκομμένος
  1. Φεβρουάριος αυτός που έχει κομμένη την ουρά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια