Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

οτσιάκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: οτσ̌ά̤κ' Προφορά: οτσεάκ
  1. το μέρος γύρω από το τζάκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    οτσιάκ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια