Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

οστουδένιος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. οστουδένιος , 2. οστουδένο̤ς Προφορά: 1. οστουδένιος , 2. οστουδένεος
  1. κοκκάλινος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια