Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορωμάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ορωμάζω Προφορά: ορωμάζω
  1. εξετάζω κάτι επίμονα και λεπτομερειακά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια