Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ορμή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ορμή Προφορά: ορμή
  1. φορά γρήγορη επίθεση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαιοελληνικό ορμή

Παρατηρήσεις - Σχόλια